Ο ρομαντικός ιππότης Δον Κιχώτης της Μάντσα προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο με την ιπποσύνη και παρά το γέλιο που προκαλούν οι πτώσεις του δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να θεωρηθεί κωμικό πρόσωπο. Το ίδιο και ο Σάντσο, ο συνοδοιπόρος και προστάτης στις περιπέτειές του. Και στη θεατρική διασκευή του Arthur Fauquez αποτυπώνεται με χιούμορ και διορατικότητα η ανθρώπινη ψυχή. Ο Δον Κιχώτης ανήκει σε όλους. Διαβάζοντας ή παρακολουθώντας κανείς τις περιπέτειές του γίνεται λίγο μεγαλύτερος, λίγο σοφότερος και πολύ πιο ευτυχισμένος. Τη μετάφραση έκανε η Καίτη Κάστρο Λογοθέτη, που παίχθηκε στο Κ.Θ.Β.Ε.
Αίτηση άδειας χρήσης παραστασιακών δικαιωμάτων
[πρόσωπα του έργου]
Δον Κιχώτης
Δόνα Μπελίσα, οικονόμος
Νικόλας, κουρέας
Καράσκο, σπουδαστής
Φερδινάνδο, ξενοδόχος
Μαριτόρν
Σάντσο
Ο Τοξότης της La Santa Hermandad
Γκίνες, ένας κατάδικος (αργότερα κύριος Πέντρο)
Κατάδικοι
Βοσκοί
Ένα νεαρό παιδί
Ροζινάντε, το άλογο του Δον Κιχώτη (προαιρετικά)
Γκριζόν, το γαϊδουράκι του Σάντσο (προαιρετικά)
Το έργο εκτυλίσσεται στην Ισπανία στις αρχές του 16ου αιώνα.
[απόσπασμα]
ΣΚΗΝΗ 1η
Το υπνοδωμάτιο του Δον Κιχώτη.
Ένα τραπέζι, μια πολυθρόνα με ψηλή πλάτη, καλοτοποθετημένα ράφια με βιβλία, ένας μεγάλος όρθιος καθρέφτης, τα όπλα του Δον Κιχώτη κι ένα κρεβάτι με τέσσερις κολόνες.
Μια πόρτα που οδηγεί σ’ άλλα σημεία του σπιτιού. Ένα παράθυρο που βλέπει στον κήπο. Από το παράθυρο μπορεί να διακρίνεται μια κορυφή στέγης.
Ο Δον Κιχώτης κάθεται στο τραπέζι του που φωτίζεται ανεπαρκώς από ένα μόνο κερί, τοποθετημένο στο χαμηλότερο σημείο ενός κηροπήγιου με πέντε βραχίονες. Έχει αφοσιωθεί εντελώς στο διάβασμα μιας ρομαντικής ιπποτικής ιστορίας. Το βιβλίο είναι τοποθετημένο πλάι στο πιάτο του που περιέχει αυγά με μπέικον. Κρατά στο αριστερό του χέρι το πιρούνι του, αλλά δεν τρώει.
Απαλή μουσική. Από μακριά, ακούγεται ο ήχος σάλπιγγας.
Από έξω ακούγονται τα εξής λόγια:
«Όταν ο Γίγαντας, που έστεκε περήφανα, τον είδε να πλησιάζει φοβισμένα, του ’πε σχεδόν μ’ αυθάδεια: “Ξαφνιάζομαι στ’ αλήθεια, άνθρωπέ μου, που σε βλέπω να πλησιάζεις με τόση εμπιστοσύνη τον θάνατο”. Και μ’ ετούτα τα λόγια άρπαξε θυμωμένα το βαρύ σιδερένιο σφυρί που χρησιμοποιούσε συνήθως για όπλο. Τότε, σαν περήφανο κοκόρι, έτοιμο για κοκορομαχία, ο Αμάδης όρθωσε το κορμί του στα ασημένια του σπιρούνια, και ύψωσε τ’ αστραφτερό σπαθί του φωνάζοντας».
Ξαφνικά, ο Δον Κιχώτης σηκώνεται απάνω κραδαίνοντας το πιρούνι του με το δεξί του χέρι, ενώ με τ’ αριστερό κρατά το βιβλίο.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ (με βροντερή φωνή)
Καρακουλιάμπρε!… Μισητέ, πεισματάρη, γίγαντα, τούτη τη φορά θα βάλω τέλος στ’ ανόητα κατορθώματά σου και θα…
(Μην μπορώντας να διακρίνει τι ακολουθεί στο κείμενο, πλησιάζει το βιβλίο στο κερί και συνεχίζει, σχεδόν χωρίς ανάσα.)
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
… και θα σχίσω στα δύο το κορμί σου… (Και μ’ ένα χτύπημα προς τα πίσω του δεξιού χεριού του πετά το πιάτο με όλο το περιεχόμενό του στο πάτωμα. Ανύποπτος όμως του τι έχει κάνει, ξαναπαίρνει τη θέση του και συνεχίζει δίχως να κοιτάζει στο βιβλίο.) … Ναι, στα δυο θα σκίσω το κορμί σου!…
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (μπαίνει κρατώντας ένα κηροπήγιο με πέντε αναμμένα κεριά)
Κύριε, τι συμβαίνει;
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ (μηχανικά, επωφελείται από το νέο φως και συνεχίζει το διάβασμα)
«Η μαύρη ψυχή σου θα πάει στην κόλαση και το φοβερό κεφάλι σου, όπως θα το ’χω ξεριζώσει από τους ώμους σου, θα στέκει μάρτυρας του θάρρους μου!»
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (αφήνοντας το κηροπήγιο στο τραπέζι)
Κύριε, ηρεμήστε!…
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ (κοιτάζοντάς την στα μάτια, δίχως να τη βλέπει)
Καρακουλιάμπρε!
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Είμαι η οικονόμος σας!
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Η δόνα Μπελίσα… αχ, η οικονόμος του Δον Κιχώτη (με αγαλλίαση). Του Δον Κιχώτη της Μάντσα, του τελευταίου Περιπλανώμενου Ιππότη. Του Ιππότη που θα καθαρίσει την Ισπανία από την απαίσια ράτσα των κακών Γιγάντων… Έχεις μαζί σου, Καρακουλιάμπρε…
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (κατεβάζοντάς του απαλά το χέρι)
… Σκεφτείτε λίγο τι κάνετε.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Τι κάνω;
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Να, ρίξατε κάτω τ’ αυγά με το μπέικον.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Τι ρόλο μπορεί να παίξει μια ομελέτα στη ζωή ενός ήρωα; Τι σημασία μπορεί να έχει το φαγητό, όταν η μοναδική πείνα που νιώθει στην καρδιά του είναι η δόξα; Τούτο το βιβλίο δεν λέει τάχα, πως ο Αμάδης της Γαλατίας, μονάχος στη μοναξιά ενός μοναχικού βουνού, αρματωμένος από την κορφή ώς τα νύχια, από τα νύχια ώς την κορφή, έστεκε περήφανα με την ανίκητη λόγχη του και φύλαγε σκοπιά τέσσερις ολόκληρες μέρες και νύχτες, δίχως φαγητό, για την αγάπη της κυράς του;
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Αχ! Τούτες οι ιστορίες θολώνουν το μυαλό σας!
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Δίχως φαγητό – άκουσες;
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Άκουσα. Αλλά εσείς καταστρέφετε την υγεία σας, μ’ όλα ετούτα!
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες…
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (ανασηκώνοντας τους ώμους της και δείχνοντας στον καθρέφτη)
Κοιτάξτε λίγο, κοιτάξτε τι εμφάνιση έχετε.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Ω, λαμπερό πρόσωπο του Πρίγκιπα Γκάλαορ…
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Είστε αδύνατος σαν στέκα.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Ω, θεσπέσια εικόνα του ιππότη Ροντρίγκο…
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Γιά ρίξτε μια ματιά στα ρούχα σας. Είναι κουρελιασμένα.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Ω, απαράμιλλη ομορφιά του Αμάδης της Γαλατίας!
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ (γονατίζοντας και σηκώνοντας το πιάτο)
Κάποια μέρα, τούτες οι ανοησίες θα σας σκοτώσουν, αν δεν σας έχουν ήδη τρελάνει.
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Ανοησίες; Αποκαλείς ανοησίες όλα τούτα τα έργα θάρρους και τόλμης; Όλα τούτα τα λαμπρά κατορθώματα;
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Πιστεύετε πως είναι κατόρθωμα να πετάτε την ομελέτα σας στο πάτωμα;
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Κυρία μου, τούτο το ατύχημα οφείλεται μονάχα στη φλογερή μου γενναιότητα.
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Κι ετούτη η διακόσμηση στους τοίχους; οφείλεται κι αυτή στη γενναιότητά σας;
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
Το πολεμικό σπαθί μου!
ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Το καπάκι της κατσαρόλας;