Οι Ιστορίες της ζούγκλας του Οράσιο Κιρόγα διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά των λαϊκών παραδοσιακών ιστοριών όλων των χωρών του κόσμου: είναι ιστορίες με βαθύ συμβολισμό, σκληρές και ειλικρινείς, πανανθρώπινες και βαθιά διδακτικές. Η μόνη ιδιαιτερότητά τους ίσως είναι ότι εδώ πρωταγωνιστής παύει να είναι ο άνθρωπος και παραδίδει τη θέση του στο τοπίο με τους δικούς του σκληρούς και απαράβατους νόμους της άγριας ζούγκλας.
Ο Κιρόγα αποφεύγει την ανθρωπομορφική απεικόνιση των ζώων. Αντί να προβάλλει ανθρώπινες ιδιότητες στα ζώα, παρουσιάζει μια αυθεντική «γλώσσα της φύσης», όπου η επικοινωνία και η συμπεριφορά των ζώων αντικατοπτρίζουν την πραγματική δυναμική της ζούγκλας. Τη νέα, προσεγμένη μετάφραση από τα ισπανικά έκανε ο Πάνος Γεράκης.
Οι Ιστορίες της ζούγκλας κατά μόνας ή και όλες μαζί αποτελούν μια πολύ ενδιαφέρουσα επιλογή για θεατρική διασκευή, ιδιαίτερα στο νηπιαγωγείο και τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Σύμφωνα με τον Diego Fabian Arevalo Viveros η ιστορία ως αφήγημα είναι η ίδια η ζούγκλα. Ο Arevalo εισάγει την έννοια του «decireco logico» (οικολογικός λόγος), υποστηρίζοντας ότι τα ζώα στα διηγήματα του Κιρόγα δεν μιλούν απλώς με ανθρώπινη φωνή, αλλά εκφράζουν μια «γλώσσα της ζούγκλας» που αντικατοπτρίζει τη φυσική ροή της ζωής. Eπισημαίνει ότι ο Κιρόγα αποφεύγει την ανθρωπομορφική απεικόνιση των ζώων. Αντί να προβάλλει ανθρώπινες ιδιότητες στα ζώα, παρουσιάζει μια αυθεντική «γλώσσα της φύσης», όπου η επικοινωνία και η συμπεριφορά των ζώων αντικατοπτρίζουν την πραγματική δυναμική της ζούγκλας. Αυτή η ζούγκλα λοιπόν αντιπροσωπεύει μια εσωτερική κατάσταση που ισορροπεί μεταξύ σκληρής δικαιοσύνης από τη μία, καθαρμού και αναγέννησης από την άλλη.
Αίτηση άδειας χρήσης παραστασιακών δικαιωμάτων
[απόσπασμα από την ιστορία Οι κάλτσες των φλαμίνγκο]
Μια μέρα, οι οχιές διοργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή χορού. Προσκάλεσαν τους βατράχους, τους φρύνους, τα φλαμίνγκο, τα γιακαρέ και τα ψάρια. Τα ψάρια, επειδή δεν περπατούν, δεν μπορούσαν να χορέψουν· αλλά, καθώς ο χορός γινόταν στην όχθη του ποταμού, τα ψάρια θα ξεπρόβαλαν στην όχθη και θα χειροκροτούσαν χτυπώντας την ουρά τους στο νερό.
Τα γιακαρέ, για να στολιστούν όμορφα, είχαν φορέσει στον λαιμό τους ένα περιδέραιο από μπανάνες και κάπνιζαν πούρα Παραγουάης. Οι φρύνοι είχαν κολλήσει λέπια ψαριών σε όλο τους το σώμα και περπατούσαν με λινίσματα, σαν να κολυμπούν, και κάθε φορά που περνούσαν πολύ σοβαροί από την όχθη του ποταμού, τα ψάρια τους κορόιδευαν φωνάζοντας.
Οι βάτραχοι είχαν αρωματίσει όλο τους το σώμα και περπατούσαν στα δύο πόδια. Επιπλέον, ο καθένας είχε κρεμασμένη απ’ τον λαιμό, σαν ένα μικρό φαναράκι, μια πυγολαμπίδα που αιωρούνταν.
Αλλά αυτές που ξεπερνούσαν τους πάντες σε ομορφιά ήταν οι οχιές. Όλες, χωρίς εξαίρεση, ήταν ντυμένες με στολές μπαλαρίνας, στο ίδιο χρώμα με το δέρμα τής κάθε μιας. Οι κόκκινες οχιές φορούσαν μια φουστίτσα από κόκκινο τούλι· οι πράσινες, μια από πράσινο τούλι· οι κίτρινες, μια από κίτρινο τούλι και τα φίδια γιαραράς, μια φουστίτσα από γκρι τούλι με ρίγες στο χρώμα του τούβλου και της στάχτης, γιατί αυτό είναι το χρώμα του δέρματός τους.
Ωστόσο οι πιο λαμπερές απ’ όλες ήταν οι κοραλλί οχιές, που ήταν ντυμένες με μακριές γάζες σε κόκκινο, λευκό και μαύρο, και χόρευαν σαν σερπαντίνες. Όταν οι οχιές χόρευαν και γύριζαν καθώς στηρίζονταν στην άκρη της ουράς τους, όλοι οι καλεσμένοι χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι.
Μόνο τα φλαμίνγκο, που τότε είχαν λευκά πόδια, και έχουν και τώρα, όπως και πριν, τη μύτη πολύ χοντρή και στραβή, μόνο τα φλαμίνγκο ήταν λυπημένα, γιατί, καθώς δεν είναι και πολύ έξυπνα, δεν ήξεραν πώς να στολιστούν. Ζήλευαν τις στολές όλων, και κυρίως εκείνες των κοραλλόχρωμων οχιών. Κάθε φορά που μια οχιά περνούσε από μπροστά τους, φλερτάροντας και κάνοντας τις γάζες της να κυματίζουν σαν σερπαντίνες, τα φλαμίνγκο πέθαιναν από τη ζήλια.
Τότε ένα φλαμίνγκο είπε:
― Ξέρω τι θα κάνουμε. Θα φορέσουμε κόκκινες, λευκές και μαύρες κάλτσες, και οι οχιές θα μας ερωτευτούν.
Πέταξαν λοιπόν όλα μαζί, διέσχισαν τον ποταμό και πήγαν να χτυπήσουν την πόρτα ενός καταστήματος του χωριού.
― Ντριν-ντριν! χτύπησαν το κουδούνι με τα πόδια.
― Ποιος είναι; απάντησε ο καταστηματάρχης.
― Είμαστε τα φλαμίνγκο. Έχετε κάλτσες κόκκινες, λευκές και μαύρες;
― Όχι, δεν έχουμε, απάντησε ο καταστηματάρχης. Είστε τρελοί; Πουθενά δεν θα βρείτε τέτοιες κάλτσες.
Τότε τα φλαμίνγκο πήγαν σε άλλο κατάστημα.
― Ντριν-ντριν! Έχετε κάλτσες κόκκινες, λευκές και μαύρες;
Ο καταστηματάρχης απάντησε:
― Πώς είπατε; Κόκκινες, λευκές και μαύρες; Δεν υπάρχουν τέτοιες κάλτσες πουθενά. Είστε τρελοί. Ποιοι είστε;
― Είμαστε τα φλαμίνγκο, απάντησαν εκείνα.
Και ο άνθρωπος είπε:
― Α, δεν είστε με τα καλά σας.
Πήγαν σε άλλο κατάστημα.
― Ντριν-ντριν! Έχετε κάλτσες κόκκινες, λευκές και μαύρες;
Ο καταστηματάρχης φώναξε:
― Τι χρώμα; Κόκκινες, λευκές και μαύρες; Μόνο σε πουλιά με τέτοιες μυτόγκες σαν τις δικές σας θα περνούσε από το μυαλό να ζητήσουν τέτοιες κάλτσες. Φύγετε αμέσως!
Και ο άνθρωπος τα έδιωξε με τη σκούπα.
Έτσι, τα φλαμίνγκο γύρισαν όλα τα καταστήματα, και από παντού τα έδιωχναν γιατί τα θεωρούσαν τρελά.
Τότε εκείνα άρχισαν να κλαίνε από θυμό, επειδή δεν μπορούσαν να βρουν κάλτσες.
Εκείνη τη στιγμή, πέρασε από εκεί ένα τατού, που είχε πάει να πιει νερό στο ποτάμι. Ήθελε να σπάσει πλάκα με τα φλαμίνγκο και τους είπε, χαιρετώντας τα μεγαλοπρεπώς:
― Καλησπέρα, κύριοι φλαμίνγκο! Ξέρω τι ψάχνετε. Δεν πρόκειται να βρείτε κάλτσες σε κανένα μαγαζί. Ίσως να υπάρχουν στο Μπουένος Άιρες αλλά θα πρέπει να τις παραγγείλετε ταχυδρομικά. Όμως η κουνιάδα μου η κουκουβάγια έχει τέτοιες κάλτσες. Ζητήστε από εκείνη και θα σας δώσει κάλτσες χρωματιστές, άσπρες και μαύρες.
Τα φλαμίνγκο ευχαρίστησαν το τατού και πέταξαν προς τη σπηλιά της κουκουβάγιας. Της είπαν λοιπόν:
― Καλησπέρα, κουκουβάγια! Ήρθαμε να σου ζητήσουμε κόκκινες, λευκές και μαύρες κάλτσες. Σήμερα είναι ο μεγάλος χορός των φιδιών, και αν φορέσουμε αυτές τις κάλτσες, τα κοραλλόχρωμα φίδια θα μας ερωτευτούν.
― Μετά χαράς! απάντησε η κουκουβάγια. Περιμένετε λίγο, κι επιστρέφω αμέσως.
Και πετώντας μακριά, άφησε τα φλαμίνγκο μόνα τους. Μετά από λίγο γύρισε με τις κάλτσες. Αλλά δεν ήταν κάλτσες, ήταν δέρματα κοραλλόφιδων, πανέμορφα δέρματα, που η κουκουβάγια είχε γδάρει από τα φίδια που είχε κυνηγήσει.
― Ορίστε οι κάλτσες, τους είπε η κουκουβάγια. Μην ανησυχείτε για τίποτα, εκτός από ένα πράγμα: χορέψτε όλη τη νύχτα, χορέψτε χωρίς να σταματήσετε ούτε για μια στιγμή, χορέψτε στο πλάι, με το κεφάλι, όπως θέλετε. Αλλά μη σταματήσετε ούτε για μια στιγμή. Αν σταματήσετε, θα το μετανιώσετε πικρά!
Αλλά τα φλαμίνγκο, έτσι ανόητα που είναι, δεν καταλάβαιναν πόσο μεγάλος κίνδυνος υπήρχε γι’ αυτά, και γεμάτα χαρά φόρεσαν τα δέρματα των φιδιών σαν κάλτσες, βάζοντας τα πόδια τους μέσα σε αυτά, που ήταν σαν σωλήνες, και πολύ ευχαριστημένα πέταξαν για τον χορό.
Όταν εμφανίστηκαν τα φλαμίνγκο με τις υπέροχες κάλτσες τους, όλοι ζηλέψανε. Τα φίδια ζητούσαν να χορέψουν μόνο μαζί τους, και καθώς τα φλαμίνγκο δεν σταματούσαν στιγμή να κουνάνε τα πόδια τους, τα φίδια δεν μπορούσαν να δουν καλά από τι ήταν φτιαγμένες αυτές οι πανέμορφες κάλτσες.
Σιγά σιγά όμως, τα φίδια άρχισαν να υποψιάζονται. Όταν τα φλαμίνγκο περνούσαν χορεύοντας δίπλα τους, σκύβανε μέχρι το έδαφος για να τα δουν καλά.
Τα κοραλλόφιδα, ιδιαίτερα, ήταν πολύ ανήσυχα. Δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τις κάλτσες και σκύβανε κι αυτά προσπαθώντας να αγγίξουν με τη γλώσσα τα πόδια των φλαμίνγκο, γιατί η γλώσσα για το φίδι είναι ό,τι το χέρι για τον άνθρωπο. Αλλά τα φλαμίνγκο χόρευαν και χόρευαν ασταμάτητα, μέχρι που κάποια στιγμή εξαντλημένα όπως ήταν δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο.