Το θεατρικό έργο Ελέφαντες του Miguel Ángel Diani επικεντρώνεται στους οικογενειακούς δεσμούς και τις συγκρούσεις των μελών που λειτουργούν ως καθρέφτης για ευρύτερα κοινωνικά και πολιτισμικά ζητήματα. Οι «ελέφαντες» είναι τα αθέατα βάρη που κουβαλούν οι ήρωες, η μνήμη που επιμένει, αλλά και το υπαρξιακό βάρος της ενοχής και της αποτυχίας. Το έργο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα του θεάτρου της παραδοξότητας που ο ίδιος ο συγγραφέας καλλιεργεί σταθερά: ένα θέατρο όπου η καθημερινότητα μετατρέπεται σε σκηνή απογύμνωσης, και η οικογένεια λειτουργεί ως μικρογραφία ενός συστήματος φθοράς και αλλοτρίωσης.

Αίτηση άδειας χρήσης παραστασιακών δικαιωμάτων


[πρόσωπα του έργου]
Αλφόνσο
Λουσία
Ροσίο
Λεάντρο


[απόσπασμα από το έργο]
Ο Αλφόνσο είναι στη σκηνή. Καθισμένος κάπου. Μπορεί να υπάρχει και ένα μικρό τραπεζάκι. Κρατάει στο χέρι του ένα μεγάλο τσεκούρι με μακρύ κοντάρι, το οποίο ακονίζει. Την ίδια ώρα σφυρίζει ή σιγοτραγουδάει ένα χαρούμενο τραγούδι. Φαίνεται ευχαριστημένος. Δοκιμάζει την κόψη του. Συνεχίζει να το ακονίζει με μια πεταλιέρα ή, αν δεν υπάρχει, με μια πέτρα ακονίσματος. Μετά από λίγο, μπαίνει η Λουσία από το εσωτερικό. Φαίνεται αναστατωμένη.

ΛΟΥΣΙΑ
Θες να μάθεις τα τελευταία κατορθώματα του γιου σου;
ΑΛΦΟΝΣΟ (χωρίς να την κοιτάζει)
Όχι.

(Ο Αλφόνσο συνεχίζει ατάραχος, σφυρίζοντας ή τραγουδώντας. Η Λουσία, φανερά εκνευρισμένη, βγάζει από τα ρούχα της ένα σημειωματάριο και το πετάει πάνω στο τραπέζι ή στα πόδια του Αλφόνσο. Εκείνος δεν αντιδρά. Μετά από λίγο, εκείνη το σηκώνει και του το ξαναπετάει, αυτήν τη φορά με περισσότερη δύναμη. Ο Αλφόνσο εξακολουθεί να αδιαφορεί.)
ΛΟΥΣΙΑ
Αλφόνσο, γιατί τόση απάθεια; (Παύση.)
Δεν σε νοιάζουν πια τα παιδιά σου; Τι πατέρας είσαι εσύ;

(Ο Αλφόνσο παραμένει αφοσιωμένος στη δουλειά του. Η Λουσία τον πλησιάζει.)

ΛΟΥΣΙΑ (χαμηλόφωνα)
Το ’ξερα ότι ήταν μπλεγμένος με διάφορα περίεργα. (Δείχνει το σημειωματάριο.) Νά οι αποδείξεις! (Παύση.)
Καταγεγραμμένα, χωρίς καμία ντροπή. Με λεπτομερή περιγραφή. Όπως κάνουν οι… τρελοί. (Παύση.)
Ντρέπομαι που είναι παιδί μου. (Παύση.)
Με ακούς ή όχι;

(Ο Αλφόνσο συνεχίζει χωρίς να την κοιτά.)

ΛΟΥΣΙΑ
Η μάνα μου είχε δίκιο. (Παύση.)
Με είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό το παιδί. (Παύση.)
Από τότε που γεννήθηκε κατάλαβε πως ήταν περίεργος. (Παύση.)
Πως τίποτα δεν θα πήγαινε καλά μ’ αυτόν.
[Σιωπή]
Αλφόνσο, σου μιλάω!
[Σιωπή]

ΑΛΦΟΝΣΟ (υποτιμητικά)
Ε, και τι μπορεί να λέει αυτό το σημειωματάριο δηλαδή;
ΛΟΥΣΙΑ (ανήσυχα)
Αυτά που ήδη ξέρεις.

(Ο Αλφόνσο μένει ακίνητος.)
ΑΛΦΟΝΣΟ (σαστισμένος)
Μα εμείς δεν κάναμε τίποτα.
ΛΟΥΣΙΑ
Φυσικά και δεν κάναμε! (Διστάζει.) Ή τέλος πάντων, δεν θυμάμαι να κάναμε! (Εκνευρισμένη.) Γιατί πρέπει εγώ να τα θυμάμαι όλα; Ποια είμαι δηλαδή; Ε; Ποια στο διάολο είμαι; Η γουικιπέντια είμαι ή το γκουγκλ;
[Σιωπή]

(Ο Αλφόνσο σηκώνει το τετράδιο, αλλά δεν τολμά να το ανοίξει. Μετά από μια στιγμή το ξανατοποθετεί εκεί που ήταν.)
ΑΛΦΟΝΣΟ (χαμογελάει)
Κοίτα, άμα είναι για ένα τετραδιάκι, το πετάμε στα σκουπίδια και τελείωσε. (Παύση.)
Ή το καίμε. (Χαμηλόφωνα.) Ή το κρύβουμε κάπου χωρίς να μας δει κανείς.
ΛΟΥΣΙΑ (ανήσυχη, αλλά ψιθυριστά)
Τι είναι αυτά που λες; (Παύση.)
Αυτό είναι η αρχή του τέλους. (Παύση.)
Η άκρη του νήματος. (Παύση.)
Η έξοδος από τον λαβύρινθο.
[Σιωπή]

ΑΛΦΟΝΣΟ (μπερδεμένος)
Ποιον λαβύρινθο;
ΛΟΥΣΙΑ (εκτός εαυτού)
Σήμερα είσαι πιο καθυστερημένος από ποτέ!
ΑΛΦΟΝΣΟ (εκνευρισμένος)
Μα μου μιλάς με γρίφους ενώ ξέρεις πως εγώ είμαι απλός άνθρωπος.
[Σιωπή]

ΛΟΥΣΙΑ
Αλφόνσο… (ειρωνικά) αυτό δεν το λύνουμε καταστρέφοντας το τετραδιάκι ή κρύβοντάς το κάπου.
[Σιωπή]
Για να ξεμπερδεύεις με τη λύσσα, πρέπει να σκοτώσεις το σκυλί.

(Ο Αλφόνσο την κοιτάζει σοβαρά χωρίς να καταλαβαίνει. Μετά από μια στιγμή χαμογελάει, καταλαβαίνοντας.)
ΑΛΦΟΝΣΟ
Γι’ αυτό το πράγμα ήθελα να σου μιλήσω.
[Σιωπή]
Σχεδόν τον έπεισα.

(Η Λουσία μένει άναυδη. Σκεπάζει το στόμα της με το χέρι.)
ΑΛΦΟΝΣΟ (χωρίς να την κοιτάζει – περήφανα)
Βασικά, τον έπεισα.

(Η Λουσία κάθεται κάπου συγκλονισμένη από την είδηση. Δεν μπορεί να το πιστέψει. Ο Αλφόνσο συνεχίζει να ακονίζει το τσεκούρι.)

ΛΟΥΣΙΑ
Σοβαρά μιλάς;
ΑΛΦΟΝΣΟ
Μιλήσαμε για κάμποση ώρα. (Παύση.)
Στην αρχή δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα. (Παύση.)
Μετά δέχτηκε.
ΛΟΥΣΙΑ (με έντονη περιέργεια)
Τι του είπες;
ΑΛΦΟΝΣΟ
«Γιε μου, όλα θα πάνε καλά, εμπιστεύσου τον πατέρα σου». (Παύση.)
«Θα με ευγνωμονείς».
[Σιωπή]

ΛΟΥΣΙΑ
Μα… δεν σε ρώτησε τίποτα;
ΑΛΦΟΝΣΟ (μιμούμενος το παιδί)
«Θα πονέσει;»
ΛΟΥΣΙΑ (με αγωνία)
Κι εσύ τι του απάντησες;
ΑΛΦΟΝΣΟ
Τίποτα. (Παύση.)
«Δεν θα πονέσει, καθόλου».
[Σιωπή]