Στη Δεσποινίδα Τζούλια του Αυγούστου Στρίντμπεργκ η σύγκρουση είναι διπλή: ανάμεσα στα δύο φύλα κι ανάμεσα σε δύο κοινωνικές τάξεις. Η Τζούλια και ο Ζαν αντιπροσωπεύουν τόσο το προαιώνια εχθρικό σύμπλεγμα του θηλυκού με το αρσενικό, όσο και τις αντίμαχες παρατάξεις: μια αριστοκρατία σαθρή και νόθα, που ξεπέφτει, και μια λαϊκή τάξη που επέρχεται αδίστακτη.
Η τραγωδία εκτυλίσσεται σε μία πράξη με τρία μόνο πρόσωπα. Μια καλοκαιρινή νύχτα στο κτήμα του κόμη, η δεσποινίς Τζούλια, η 25χρονη κακομαθημένη κόρη του, παρασύρει σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι τον υπηρέτη του πατέρα της, Ζαν, έναν νεαρό μορφωμένο και αρχικά ταπεινό. Γρήγορα, όμως, οι ισορροπίες ανατρέπονται και τα απωθημένα εμφανίζονται: η δεσποινίς Τζούλια είναι αδύναμη και δυστυχισμένη και ο Ζαν με τυχοδιωκτισμό θέλει να εκμεταλλευτεί αυτή τη σχέση για να ανέλθει κοινωνικά και οικονομικά. Τη μετάφραση έκανε ο Πέλος Κατσέλης.
≈
Η Πιο δυνατή εκτυλίσσεται σε ένα άδειο café την παραμονή των Χριστουγέννων. Ο μονόλογος της Κυρίας Χ, που είναι παντρεμένη με τον Μπομπ, διευθυντή θεάτρου, απευθύνεται στην Αμέλια, ηθοποιό και ερωμένη του συζύγου της. Η μία μιλά, η άλλη σιωπά, χωρίς να διαφαίνεται ποια είναι η πιο δυνατή.
Αίτηση άδειας χρήσης παραστασιακών δικαιωμάτων
[πρόσωπα των έργων]
Δεσποινίς Τζούλια
Δεσποινίς Τζούλια: 25 χρονών
Ζαν, υπηρέτης: 30 χρονών
Κριστίν, μαγείρισσα: 35 χρονών
Τη νύχτα του Αϊ-Γιαννιού σε μια κουζίνα ενός αρχοντόσπιτου.
≈
Η πιο δυνατή
Κα Χ, ηθοποιός, παντρεμένη
Δις Χ, ηθοποιός, ανύπαντρη
Μια σερβιτόρα
[απόσπασματα των έργων]
Δεσποινίς Τζούλια
Τη νύχτα του Αϊ-Γιαννιού σε μια κουζίνα ενός αρχοντόσπιτου.
Η ΣΚΗΝΗ
Μια μεγάλη κουζίνα. Οι πλαϊνοί τοίχοι και το ταβάνι της σκεπασμένα με ύφασμα. Ο πίσω τοίχος προχωρεί λοξά από αριστερά προς τα μέσα της σκηνής. Στην αριστερή μεριά δύο πιατοθήκες γαρνιρισμένες με κομμένο χαρτί. Λίγο πιο πέρα, στα δεξιά, βλέπει κανείς τα τρία τέταρτα μιας θολωτής μεγάλης εξόδου με δύο τζαμόπορτες. Στο βάθος διακρίνει, στον κήπο, ένα σιντριβάνι μ’ έναν έρωτα, ανθισμένες κουφοξυλιές και μερικές λεύκες. Είσοδος δεξιά και αριστερά.
Αριστερά στη σκηνή η γωνία ενός μεγάλου τζακιού μ’ ένα μέρος της καπνοδόχου. Δεξιά τραπέζι με καρέκλες· πάνω στο τραπέζι μια γιαπωνέζικη κανάτα με κουφοξυλιές. Το τζάκι είναι στολισμένο με κλαριά σημύδας, στο πάτωμα σκορπισμένα κέδρα. Ντουλάπι, νιπτήρας κι ένα τραπέζι για ξέπλυμα. Ρολόι στον τοίχο και ένα εσωτερικό τηλέφωνο στ’ αριστερά.
Η Κριστίν στέκεται και τηγανίζει κάτι. Φοράει ανοιχτόχρωμο τσίτινο φόρεμα με μια ποδιά κουζίνας. Ο Ζαν μπαίνει απ’ τη τζαμόπορτα. Φοράει λιβρέα. Κρατά στο χέρι ένα ζευγάρι μπότες ιππασίας με σπιρούνια, που τις τοποθετεί σε μια ευδιάκριτη μεριά κάτω στο πάτωμα.
ΖΑΝ: Η δεσποινίς Ζουλί τρελάθηκε πάλι απόψε! Πέρα για πέρα τρελή!
ΚΡΙΣΤΙΝ: Επιτέλους βρήκες τον δρόμο;
ΖΑΝ: Πήγα τον κύριο κόμη στον σταθμό και στον γυρισμό, καθώς περνούσα απ’ τη σιταποθήκη, μπήκα μέσα για έναν χορό. Η δεσποινίς Ζουλί χόρευε κείνη τη στιγμή με τον δασονόμο. Καθώς με βλέπει, τους παρατά κι έρχεται σ’ εμένα και μου ζητά να χορέψουμε ένα βαλς. Κι άρχισε να χορεύει μ’ έναν τέτοιο τρόπο που ποτέ μου δεν ξανάδα ώς τώρα. Τρελάθηκε ολότελα.
ΚΡΙΣΤΙΝ: Έτσι ήτανε πάντα της, μα τώρα απόγινε· εδώ και δεκαπέντε μέρες – από τότε που χάλασε ο αρραβώνας της.
ΖΑΝ: Αλήθεια, τι ιστορία και τούτη! Κι ο νέος μπορεί να μην ήταν πλούσιος αλλά ήταν καθωσπρέπει. Μα έτσι είναι! Αυτοί οι αφεντάδες είναι όλο καπρίτσια. (Κάθεται δεξιά στο τραπέζι.) Δεν είναι περίεργο αλήθεια που η δεσποινίς Ζουλί προτιμά να μένει εδώ στο σπίτι με το υπηρετικό προσωπικό αντί να συνοδεύει τον πατέρα της στους συγγενείς της; Τι λες;
ΚΡΙΣΤΙΝ: Ίσως και να νιώθει λίγο ντροπιασμένη για την ιστορία αυτή με τον αρραβωνιαστικό της.
ΖΑΝ: Μπορεί! Πάντως ήταν ένας εξαίρετος νέος. Και ξέρεις, Κριστίν, πώς έγινε ο χωρισμός; Τους παρακολούθησα χωρίς να με πάρουν μυρωδιά.
ΚΡΙΣΤΙΝ: Μη μου πεις! Τους παρακολούθησες;
ΖΑΝ: Ναι, το ’κανα! Ένα απόγευμα είχαν κατέβει στην αυλή του στάβλου, και η δεσποινίς τον «ντρεσάριζε», καθώς έλεγε. Και τι λες πως έκαμε; Τον έβαζε να πηδάει πάνω απ’ το καμτσίκι της, όπως κάνουν στα σκυλιά για να μάθουν «χοπ»!… Αυτός δυο φορές πήδησε και κάθε φορά έτρωγε και μια καμτσικιά. Όμως την τρίτη φορά της άρπαξε το καμτσίκι απ’ το χέρι, το έκανε χίλια κομμάτια, και από τότε δεν τον ξαναείδαμε…
ΚΡΙΣΤΙΝ: Έτσι έγινε; Πού να το φανταστώ!
ΖΑΝ: Έτσι, όπως σ’ τα λέω! Και τώρα, Κριστίν, μου ’χεις κρατήσει καμιά λιχουδιά για βραδινό;
ΚΡΙΣΤΙΝ, παίρνει κάτι απ’ το τηγάνι και το δείχνει στον Ζαν: Να, λίγο νεφρό που το ’κοψα για σένα απ’ το ψητό.
ΖΑΝ, το μυρίζει: Α! Έξοχο! Celui est mon grand délice. (Το αρπάζει.) Αχ, καημένη, θα μπορούσες να ζεστάνεις και λίγο το πιάτο!
ΚΡΙΣΤΙΝ: Εσύ, παιδί μου, ξεπερνάς και τον κόντε στις απαιτήσεις. Όταν αρχίσεις, τελειωμό δεν έχεις. (Του τραβά με τρυφερότητα τα μαλλιά.)
ΖΑΝ: Μη μου τραβάς έτσι τα μαλλιά! Ξέρεις πόσο ευαίσθητος είμαι.
ΚΡΙΣΤΙΝ: Καλά, καλά. Χάδι ήταν.
ΖΑΝ, τρώει· η Κριστίν φέρνει ένα μπουκάλι μπίρα: Μπίρα! Πφ… τέτοια βραδιά! Όχι, σ’ ευχαριστώ. Έχω εδώ κάτι καλύτερο για τη νύχτα τ’ Αϊ-Γιαννιού. (Τραβά το συρτάρι του τραπεζιού και βγάζει μια μποτίλια κόκκινο κρασί σφραγισμένο με κίτρινη σφραγίδα.) Γιά κοίτα! Δώσ’ μου ένα ποτήρι. Κολονάτο να είναι. Αυτό ταιριάζει για τόσο φίνο κρασί.
ΚΡΙΣΤΙΝ, γυρίζει στο τζάκι και βάζει μια μικρή κατσαρόλα στη φωτιά: Ο Θεός να φυλάει τη γυναίκα που θα σε παντρευτεί. Τι ψηλομύτης, Θεέ μου!
Η πιο δυνατή
Η κα Χ μπαίνει, ντυμένη χειμωνιάτικα, με καπέλο και παλτό και κρατώντας ένα χαριτωμένο γιαπωνέζικο καλάθι. Η Δις Χ κάθεται μπροστά σ’ ένα τραπέζι, με μια μισοτελειωμένη φιάλη μπίρας και διαβάζει ένα εικονογραφημένο περιοδικό, που στη συνέχεια το συναλλάζει με κάποιο άλλο, απ’ τον σωρό που βρίσκεται δίπλα της.
Κα Χ: Μπα! Μίλλυ, αγαπημένη μου, πώς είσαι; Κάθεσαι εδώ ολομόναχη, παραμονή Χριστουγέννων, σαν ένας φτωχός εργένης;
(Η Δις Χ ανασηκώνει τα μάτια από το διάβασμα, την κοιτά, νεύει και εξακολουθεί το διάβασμα.)
Κα Χ: Ξέρεις, πραγματικά μου προξενεί λύπη να σε βλέπω έτσι μόνη, ολομόναχη, σ’ ένα καφενείο και μάλιστα την παραμονή των Χριστουγέννων. Μου κάνει τόσο κακό όπως μια φορά, τότε, στο Παρίσι, που συνάντησα ένα νιόπαντρο ζευγάρι σ’ ένα ρεστοράν. Η νύφη διάβαζε ένα ελαφρό περιοδικό και ο νιόγαμπρος έπαιζε μπιλιάρδο μ’ έναν μάρτυρα του γάμου τους. Ω Θεέ μου, είπα, αν αρχίζουν έτσι, ποια θα είναι η συνέχεια και ποιο το τέλος! Να παίζει ο γαμπρός μπιλιάρδο την πρώτη μέρα του γάμου τους! Κι αυτή να διαβάζει ένα αστείο περιοδικό! Το φαντάζεσαι; Βέβαια τώρα δεν είναι η ίδια περίπτωση, αλλά έτσι καθώς σε είδα το θυμήθηκα.
(Η σερβιτόρα φέρνει ένα φλιτζάνι σοκολάτα για την Κα Χ, το αποθέτει στο τραπέζι και φεύγει.)
Κα Χ: Ξέρεις κάτι, Αμέλια: Τώρα πιστεύω πως θα ’τανε καλύτερα για σένα αν δεν τον είχες παρατήσει. Θυμάσαι, νομίζω, πως ήμουν η πρώτη που σε πίεζα να τον συγχωρέσεις. Το θυμάσαι; Τώρα θα ήσουν παντρεμένη και θα ’χες ένα δικό σου σπιτικό. Γιά σκέψου τα περασμένα Χριστούγεννα, που τα πέρασες στην εξοχή με τους συγγενείς του αρραβωνιαστικού σου, πόσο ευτυχισμένη ήσουν! Πόσο θερμά μιλούσες για την οικογενειακή ευτυχία και πόσο λαχταρούσες να βρισκόσουνα μακριά απ’ τη σκηνή! Ναι, αγαπητή Αμέλια, το σπίτι, η οικογένεια, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία, δεν συγκρίνονται με τη ζωή του θεάτρου, και ύστερα τα παιδιά… αλλά εσύ πού να ξέρεις γι’ αυτά!
(Η Δις Χ με μια γκριμάτσα περιφρονητική.)
Κα Χ, πίνει μερικές κουταλιές από το φλιτζάνι σοκολάτα, ύστερα ανοίγει το καλαθάκι της και δείχνει μερικά χριστουγεννιάτικα δώρα: Τώρα έλα να δεις τι αγόρασα για τα πουλάκια μου. (Βγάζει μια κούκλα.) Αυτή είναι για τη Λίζα. Βλέπεις πώς στριφογυρίζει τα ματάκια της και πώς κουνάει το κεφαλάκι της; Χαριτωμένη δεν είναι; Κι εδώ είναι ένα πιστολάκι με φελλό για τη Μάγια. (Το γεμίζει και σημαδεύει τη Δα Χ. Η Δις Χ κάνει μία κίνηση τρόμου.)
Κα Χ: Τρόμαξες; Θάρρεψες πως τραβούσα κατά πάνω σου. Αληθινά; Δεν φαντάζομαι να το πίστεψες; Όχι! Μα αν επιχειρούσες εσύ να με πυροβολήσεις, δεν θα ’τανε για μένα και τόσο απίθανο γιατί –επιτέλους!– εγώ μπήκα στον δρόμο σου και αυτό, ξέρω, δεν εννοείς να το ξεχάσεις – όσο κι αν ήμουν τελείως αθώα. Και πίστεψες ακόμα ότι ενήργησα παρασκηνιακά για να βγεις από τη μεγάλη σκηνή, κι όμως ποτέ μου δεν επιχείρησα κάτι τέτοιο – όσο κι αν εσύ δεν το πιστεύεις! Ναι, ναι, ξέρω πως σου είναι αδιάφορο ό,τι κι αν λέω μιας και πιστεύεις ότι εγώ το ’κανα! (Βγάζει ένα ζευγάρι παντόφλες κεντημένες.) Κι αυτές εδώ είναι για τον γεροαντρούλη μου. Βλέπεις, με τουλίπες, που τις κέντησα με τα χέρια μου, όσο κι αν τις σιχαίνομαι, αλλά –τι να κάνω;– θέλει παντού να υπάρχουν τουλίπες.
(Η Δις Χ σηκώνει τα μάτια της από το περιοδικό και την κοιτάζει ειρωνικά και με περιέργεια.)
Κα Χ, βάζοντας μέσα στην κάθε παντόφλα τα χέρια της: Κοίτα τι μικρά ποδαράκια έχει ο Μπομπ! Έτσι δεν είναι; Κι έπρεπε να δεις το χαριτωμένο περπάτημά του. Μα εσύ δεν τον είδες ποτέ με παντόφλες· τον είδες; (Η Δις Χ ξεσπάει σε γέλια.) Πρόσεξε, θα σου δείξω πώς περπατάει. (Μιμείται με τις παντόφλες το βάδισμα του συζύγου της. Η Δις Χ εξακολουθεί να γελάει δυνατά.)
Όταν όμως θυμώνει –κοίτα!– παραπατάει, μπερδεύονται τα πόδια· «Αυτές οι αναθεματισμένες ποτέ δεν θα μάθουν να φτιάχνουν έναν καφέ της προκοπής. Ορίστε – αυτή η ανόητη πάλι δεν έκοψε σωστά το φιτίλι της λάμπας». Και σέρνοντας τα πόδια του γυμνά στο πάτωμα κρυώνει. «Ου… πάγωσα πανάθεμά τους! Ποτέ τους οι ηλίθιοι δεν μπορούν να κρατήσουν καλά αναμμένη τη φωτιά της σόμπας». (Τρίβει την πατούσα τής μιας παντόφλας στο πάνω μέρος της άλλης.)