Το θεατρικό έργο Αμάλφι του Enrique Papatino πραγματεύεται την επιστροφή ενός στρατιώτη που θεωρούνταν νεκρός, του Ασκασούμπι, στο σπίτι του και τη γυναίκα του, την Καρμέλα. Εκείνη, ωστόσο, είναι πλέον ζευγάρι με άλλον άντρα και η επιστροφή αυτή τους φέρνει αντιμέτωπους με το παρελθόν, τις βεβαιότητες της ζωής τους και τις χαμένες επιθυμίες τους.
Στο Aμάλφι, ο πόλεμος δεν είναι μόνο ό,τι έζησε ο ήρωας αλλά κυρίως μια κατάσταση της ψυχής. Είναι μια διάχυτη και πανταχού παρούσα παρουσία, ένας πόλεμος που λειτουργεί σαν ατμόσφαιρα, σαν ανοικτή πληγή που διαποτίζει τα πάντα. Η επιστροφή των ηρώων στο Αμάλφι αναδύεται ως πόθος, ως ύστατη δυνατότητα σωτηρίας ή παρηγοριάς, ως μια εύθραυστη μορφή αντίστασης στη βαρβαρότητα. Τη μετάφραση του έργου από τα ισπανικά έκανε ο Πάνος Γεράκης.

Αίτηση άδειας χρήσης παραστασιακών δικαιωμάτων


[πρόσωπα του έργου]
Καρμέλα
Ασκασούμπι
Μπράουν


[απόσπασμα από το θεατρικό έργο]
Είναι νύχτα. Σαλόνι με παράθυρο χωρίς φύλλα, σαν κάδρο. Από εκεί «κατασκοπεύει» ένα ολόγιομο φεγγάρι.
Ένας άντρας όρθιος απέναντι από μια γυναίκα επίσης όρθια. Κοιτάζονται τρομοκρατημένοι. Εκείνος είναι ο Ασκασούμπι, φοράει καμπαρντίνα, κρατάει μια βαλίτσα στο ένα χέρι και γάντια σφιγμένα στη γροθιά του άλλου χεριού. Το πρόσωπό του είναι αλλοιωμένο. Η έκφρασή του έχει την απελπισία και την εξάντληση κάποιου που λες και μόλις συνήλθε από γρίπη, διέπραξε ένα έγκλημα, περπάτησε μέρες ολόκληρες, πεινάει και νυστάζει. Φοράει καπέλο και έχει αξύριστα γένια.
Εκείνη είναι η Καρμέλα, έχει τα μαλλιά πιασμένα, φοράει ένα καθημερινό φόρεμα, λιωμένα τσόκαρα, ποδιά κουζίνας και κρατάει μια πετσέτα στο χέρι. Είναι ακίνητη – σκουπίζει μόνο τα χέρια της. Κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα, ξαφνιασμένη, φοβισμένη, πανικόβλητη.
Για πολλή ώρα μένουν σιωπηλοί.

ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Ξαναπαντρεύτηκες;
(Παύση.)
ΚΑΡΜΕΛΑ
Όχι.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ (εξαντλημένος)
Μου λείπει ύπνος.

(Κάθεται και τίποτα δεν τον εμποδίζει να ξαπλώσει. Αμέσως τον παίρνει ο ύπνος και λίγα δευτερόλεπτα μετά, αρχίζει να ροχαλίζει. Εκείνη κλειδώνει την πόρτα και κάθεται δίπλα του, όχι τόσο για να προσέχει τον ύπνο του όσο εξαιτίας της έντασης που νιώθει από τον φόβο μήπως χτυπήσει το κουδούνι. Ακούγεται ένας κινητήρας από τον δρόμο. Σηκώνεται, κοιτάζει από το παράθυρο. Ξανακάθεται τρομαγμένη.)

Δύο

Έχουν περάσει μερικές ώρες. Εκείνος ξυπνά. Εκείνη κοιμάται στην καρέκλα, ροχαλίζει. Εκείνος εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να σηκωθεί, να ψαχουλέψει τα πράγματα στο σπίτι, να ερευνήσει, να ψάξει για λεφτά.
Του πέφτουν πράγματα. Εκείνη ξυπνά. Μόλις βλέπει πως δεν είναι στον καναπέ, πετιέται και πέφτει από την καρέκλα. Εκείνος την πλησιάζει αθόρυβα για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Όταν την αγγίζει, εκείνη ξαναπετάγεται.

ΚΑΡΜΕΛΑ
Τι ώρα είναι;
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Δεν έχω ρολόι.
ΚΑΡΜΕΛΑ
Είναι αργά; Δεν ήρθε κανείς; Τι κάνεις εδώ;
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Σπίτι μου είναι.
(Εκείνη σηκώνεται, προσποιούμενη –ίσως και για τον εαυτό της ακόμα– πως ποτέ δεν κοιμήθηκε. Τα σημάδια όμως στο πρησμένο της πρόσωπο κάνουν την υποκριτική της αξιοθρήνητη.)
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Υπάρχει άλλος;
ΚΑΡΜΕΛΑ
Θες καφέ;
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Θα μείνω εδώ.
ΚΑΡΜΕΛΑ
Από πού έρχεσαι;
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Έχεις καθόλου λεφτά;
ΚΑΡΜΕΛΑ
Είσαι πολύ βρόμικος.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Κι εσύ πάχυνες λίγο.
ΚΑΡΜΕΛΑ
Σου πάει το μούσι.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Σε κάνει πιο στηθού.
ΚΑΡΜΕΛΑ
Δεν πρόκειται να σε αφήσω να μείνεις ξανά εδώ.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Αν είσαι με άλλον, θα σε σκοτώσω.
ΚΑΡΜΕΛΑ
Δεν ξέρω αν σ’ αγαπώ πια.

(Ξαφνικά, εκείνος δαγκώνει το κάτω χείλος του με αγωνία. Ύστερα, πιο ζωηρός και νευρικός από ποτέ, ψάχνει παντού.)
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Πού είναι ο Πάνγκλος;
ΚΑΡΜΕΛΑ
Έπαθε παράλυση στο πίσω πόδι. Έπρεπε να γίνει ευθανασία.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Μου σκότωσες τον Πάνγκλος;
ΚΑΡΜΕΛΑ
Ο κτηνίατρος το έκανε.
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Την πουτάνα μου μέσα!
(Παρατηρεί ζωηρά το πορτρέτο ενός άντρα δίπλα στον καναπέ.)
ΑΣΚΑΣΟΥΜΠΙ
Πες μου πως δεν υπάρχει άλλος.
(Εκείνη σωπαίνει, τρίβει τα μάτια της. Εκείνος κάνει νευρικά βόλτες και χτυπά δυνατά τον τοίχο.)